γεύστης

γεύσ-της, ου, ,
A taster, CIG2214.8 ([place name] Chios).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γεύστης — γεύστης, ο (Α) [γεύομαι] αυτός που γεύεται ή δοκιμάζει κάτι, ο δοκιμαστής …   Dictionary of Greek

  • γευστῆς — γευστός that may be tasted fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γευστῶν — γεύστης taster masc gen pl γευστός that may be tasted fem gen pl γευστός that may be tasted masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεῦσται — γεύστης taster masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεύστην — γεύστης taster masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οινογεύστης — ο (Α οἰνογεύστης) νεοελλ. ειδικός σωλήνας ο οποίος εμβαπτίζεται σε βαρέλια ή δεξαμενές οίνου για παραλαβή μικρής ποσότητας για δειγματοληψία αρχ. άτομο που δοκιμάζει με τη γεύση την ποιότητα τού κρασιού, δοκιμαστής κρασιού. [ΕΤΥΜΟΛ. < οἶνος +… …   Dictionary of Greek

  • πρωτογεύστης — ὁ, Α 1. αυτός που πρώτος γεύεται κάτι 2. (στις Ινδίες) ονομασία ζώου. [ΕΤΥΜΟΛ. < πρωτ(ο) * + γεύστης (< γεύομαι), πρβλ. οινο γεύστης] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.